Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υποδουλωμένος υποδουλωμένη υποδουλωμένο
γενική υποδουλωμένου υποδουλωμένης υποδουλωμένου
αιτιατική υποδουλωμένο υποδουλωμένη υποδουλωμένο
κλητική υποδουλωμένε υποδουλωμένη υποδουλωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποδουλωμένοι υποδουλωμένες υποδουλωμένα
γενική υποδουλωμένων υποδουλωμένων υποδουλωμένων
αιτιατική υποδουλωμένους υποδουλωμένες υποδουλωμένα
κλητική υποδουλωμένοι υποδουλωμένες υποδουλωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποδουλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποδουλώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

υποδουλωμένος, -η, -ο

  1. που έχει υποδουλωθεί, που βρίσκεται τώρα ή σε κάποια άλλη χρονικη στιγμή σε κατάσταση δουλείας
    υποδουλωμένος λαός
    πολλοί λαοί έζησαν επι αιώνες υποδουλωμένοι σε ξένα κράτη ή σε ξένα οικονομικά συμφέροντα
  2. δείτε τη λέξη: υποδουλώνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία