Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

υποδουλωμένων

  1. υποδουλωμένος, στη γενική του πληθυντικού
  2. υποδουλωμένη, στη γενική του πληθυντικού
  3. υποδουλωμένο, στη γενική του πληθυντικού