Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η υπήκοος οι υπήκοοι
      γενική του/της
του
υπηκόου
υπήκοου
των υπηκόων
    αιτιατική τον/την υπήκοο τους/τις
τους
υπηκόους
υπήκοους
     κλητική υπήκοε υπήκοοι
Οι δεύτεροι τύποι, μόνον για το αρσενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπήκοος < (λόγιο) αρχαία ελληνική ὑπήκοος < υπ- ὑπό + ἀκοή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπήκοος αρσενικό ή θηλυκό

  1. πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους, ο πολίτης ενός κράτους
  2. ο υποκείμενος στην εξουσία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία