Arrows blue.png Δείτε επίσης: Πολίτης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πολίτης οι πολίτες
      γενική του πολίτη των πολιτών
    αιτιατική τον πολίτη τους πολίτες
     κλητική πολίτη πολίτες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολίτης < αρχαία ελληνική πολίτης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɔ.ˈli.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολίτης αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό: πολίτισσα· λόγιο θηλυκό: πολίτις)

  1. αυτός που έχει την υπηκοότητα μιας χώρας, που έχει πολιτικά δικαιώματα
  2. αυτός που δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός
  3. η λέξη στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιείται ως ιδιότητα σε αντιδιαστολή προς του «άρχοντα» ή εκείνου που διαθέτει κάποια μορφή εξουσίας
    είναι απλός πολίτης (φράση που υποδηλώνει ότι όποιος έχει εξουσία έχει στην πράξη περισσότερα δικαιώματα και είναι ανώτερος από τον πολίτη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πολίτης πολίτα πολῖται
Γενική πολίτου πολίταιν πολιτῶν
Δοτική πολίτ πολίταιν πολίταις
Αιτιατική πολίτην πολίτα πολίτας
Κλητική πολῖτα πολίτα πολῖται

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολίτης < πόλις + -της

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολίτης αρσενικό

  1. ο μόνιμος κάτοικος της πόλεως-κράτους που έχει πλήρη πολιτικά δικαιώματα
  2. (κατ' επέκταση) συμπολίτης

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολίτης αρσενικό