Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμπολιτεία οι συμπολιτείες
      γενική της συμπολιτείας των συμπολιτειών
    αιτιατική τη συμπολιτεία τις συμπολιτείες
     κλητική συμπολιτεία συμπολιτείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπολιτεία < ελληνιστική κοινή συμπολιτεία, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική confédé ration & (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική confederacy[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sim.bo.liˈti.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συ‐μπο‐λι‐τεί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπολιτεία θηλυκό

  1. η πολιτική ένωση πόλεων κρατών στην αρχαία Ελλάδα συστείνοντας μια πρώιμη μορφή συνομοσπονδίωσης
    η Αχαϊκή και η Αιτωλική συμπολιτεία
  2. η ένωση πολλὠν κρατών (αυτοδιοικούμενων) κάτω από μια ενιαία συνδιοίκηση της κεντρικής κυβέρνησης, η ομοσπονδία
    η αμερικανική συμπολιτεία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία