Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπολιτεύομαι < ελληνιστική κοινή συμπολιτεύομαι < συν- + πολιτεύομαι[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sim.bɔ.liˈtɛv.ɔ.mɛ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συ‐μπο‐λι‐τεύ‐ο‐μαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμπολιτεύομαι

  • (πολιτική) ανήκω ή στηρίζω πολιτική παράταξη που κυβερνά
    ※ Ένας κόσμος που δεν αντιπολιτεύτηκε μόνο τον Σημίτη, αλλά τον συμπολιτεύτηκε τις ημέρες της εξουσίας του, τον καλεί σήμερα να λογοδοτήσει. (Περικλής Δημητρολόπουλος, Η μοναξιά ενός πρώην πρωθυπουργού, εφημ. Τα Νέα, 29 Οκτωβρίου 2018)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία