Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μόνιμος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μόνιμος η μόνιμη το μόνιμο
      γενική του μόνιμου της μόνιμης του μόνιμου
    αιτιατική τον μόνιμο τη μόνιμη το μόνιμο
     κλητική μόνιμε μόνιμη μόνιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μόνιμοι οι μόνιμες τα μόνιμα
      γενική των μόνιμων των μόνιμων των μόνιμων
    αιτιατική τους μόνιμους τις μόνιμες τα μόνιμα
     κλητική μόνιμοι μόνιμες μόνιμα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

μόνιμος, -η, -ο

  • που μένει με τις ίδιες ιδιότητες ή στην ίδια κατάσταση χωρίς σημαντικές αλλαγές
    οι μαγνήτες από σπάνιες γαίες είναι από τους πιο ισχυρούς μόνιμους μαγνήτες
  • συχνός, σταθερός
    μόνιμος πελάτης
  • διαρκής
    είχε μια μόνιμη ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του
  • (για πρόσωπα) που έχει μία σταθερή θέση εργασίας χωρίς χρονικούς περιορισμούς
    άρχισε ως αναπληρωτής αλλά φέτος διορίστηκε ως μόνιμος εκπαιδευτικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία