Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική διαρκής διαρκής διαρκές
γενική διαρκούς διαρκούς διαρκούς
αιτιατική διαρκή διαρκή διαρκές
κλητική διαρκή(ς) διαρκής διαρκές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαρκείς διαρκείς διαρκή
γενική διαρκών διαρκών διαρκών
αιτιατική διαρκείς διαρκείς διαρκή
κλητική διαρκείς διαρκείς διαρκή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαρκής < αρχαία ελληνική διαρκής < διά + ἀρκέω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂erg-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαρκής -ής -ες

Ο συνεχομενος

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία