Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. δι- < από το αριθμητικό επίρρημα δις
  2. δι- < από την πρόθεση διά

  Πρόθημα 1Επεξεργασία

δι-

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Βλέπε και το αριθμητικό επίρρημα δις (δίς, «δυο φορές») ως πρώτο συνθετικό σε λέξεις όπως δισέγγονος, δίσεκτος, δισεκατομμυριούχος, δισυπόστατος

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Πρόθημα 2Επεξεργασία

δι- και διά- και δια-, δηλώνοντας συνήθως το μέσον, εκείνο απο το οποίο περνά κάτι