Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δύο < πρωτοελληνική *dúwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwóh₁ (δύο)

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

δύο

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

  • επικός τύπος: δύω