Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναλογικός η αναλογική το αναλογικό
      γενική του αναλογικού της αναλογικής του αναλογικού
    αιτιατική τον αναλογικό την αναλογική το αναλογικό
     κλητική αναλογικέ αναλογική αναλογικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναλογικοί οι αναλογικές τα αναλογικά
      γενική των αναλογικών των αναλογικών των αναλογικών
    αιτιατική τους αναλογικούς τις αναλογικές τα αναλογικά
     κλητική αναλογικοί αναλογικές αναλογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλογικός < αρχαία ελληνική ἀνάλογος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναλογικός, -ή, ό

  1. σχετικός με την αναλογία, κατ' αναλογία, ανάλογος
    αναλογικό εκλογικό σύστημα (αλλά το θηλυκό, αναλογική, είναι πλέον και ουσιαστικό)
    Τα αναλογικά αριθμητικά (διπλάσιος, τριπλάσιος) δείχνουν πόσες φορές κάτι είναι μεγαλύτερο από κάποιο άλλο
  2. για σύστημα το οποίο παίρνει συνεχόμενες τιμές, δηλαδή οποιαδήποτε τιμή μέσα σε ένα διάστημα πραγματικών αριθμών
     αντώνυμα: ψηφιακός
    δείτε τη λέξη αναλογικό σήμα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία