Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανάλογος ανάλογη ανάλογο
γενική ανάλογου ανάλογης ανάλογου
αιτιατική ανάλογο ανάλογη ανάλογο
κλητική ανάλογε ανάλογη ανάλογο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανάλογοι ανάλογες ανάλογα
γενική ανάλογων ανάλογων ανάλογων
αιτιατική ανάλογους ανάλογες ανάλογα
κλητική ανάλογοι ανάλογες ανάλογα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάλογος < αρχαία ελληνική ἀνάλογος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανάλογος, -η, -ο

  1. που αυξάνεται ή μειώνεται κατά όμοιο ή αντίστροφο τρόπο με άλλο μέγεθος
    η ταχύτητα και ο χρόνος στην ευθύγραμμη ομαλή κίνηση είναι ποσά αντιστρόφως ανάλογα
  2. αντίστοιχος
    με έξοδα ανάλογα με τα έσοδα
  3. κατάλληλος για την περίσταση
    παίρνω τα ανάλογα μέτρα
  4. παρόμοιος
    βρίσκομαι σε ανάλογη θέση με σένα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία