Ετυμολογία

επεξεργασία
λέω < αρχαία ελληνική λέγω

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈle.o/

λέω (και λέγω), β' πρόσ.: λες, πρτ.: έλεγα, στ.μέλλ.: θα πω, αόρ.: είπα, παθ.φωνή: λέγομαι, μτχ.π.π.: ειπωμένος

  1. διατυπώνω προφορικά ή και γραπτά μία λέξη ή φράση
    ο διευθυντής μου είπε ότι πρέπει να τελειώνουμε με τη δουλειά που μας ανέθεσε
  2. προτείνω
    λέω να πάμε μια βόλτα
  3. προτίθεμαι
    λέω να πάω μια βόλτα
  4. ονομάζω κάτι ή κάποιον με ένα συγκεκριμένο όνομα, αποκαλώ
    πώς σε λένε;
  5. (σε τρίτο πρόσωπο)
    1. (ενικός ή πληθυντικός) πιστεύεται, φημολογείται, ακούστηκε ότι
      λένε πως το κλίμα της γης αλλάζει
      θα ρίξει, λέει, χαλάζι
    2. (στον ενικό) υποθετικό
      σκέψου, λέει, να κερδίσουμε το λαχείο!
       συνώνυμα: φαντάσου

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία