Δείτε επίσης: ὅπως

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όπως < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὅπως

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

όπως (αναφορικό επίρρημα)

  • εισάγει αναφορικές προτάσεις που δείχνουν τον τρόπο
    Θα φάω όπως θέλω
    κάν' το όπως σου έδειξα

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

όπως

  • (χρονικός) ενώ
    όπως γύριζα από τη δουλειά, συνάντησα έναν γνωστό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία