Δείτε επίσης: ὅπως

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όπως < αρχαία ελληνική ὅπως

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

όπως (αναφορικό επίρρημα)

  1. εισάγει αναφορικές προτάσεις που δείχνουν τον τρόπο
    Θα φάω όπως θέλω
    κάν' το όπως σου έδειξα

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

όπως

  1. (χρονικός) ενώ
    όπως γύριζα από τη δουλειά, συνάντησα έναν γνωστό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία