Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βέβαια < βεβαίως < βέβαιος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

βέβαια

  1. χρησιμοποιείται (όπως και το βεβαίως) όταν θέλει ο ομιλητής
    1. να εκφράσει τη βεβαιότητά για κάτι
    2. να βεβαιώσει την απόλυτη συμφωνία του και για να τονίσει μια καταφατική απάντηση
    3. να τονίσει μια αντίθεση
  2. ως επιφώνημα, για να δηλώσει αντίθεση ή ειρωνεία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

βέβαια ουδέτερο