Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμφωνία οι συμφωνίες
      γενική της συμφωνίας των συμφωνιών
    αιτιατική τη συμφωνία τις συμφωνίες
     κλητική συμφωνία συμφωνίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siɱ.fɔˈni.a/
συλλαβισμός: συμ‐φω‐νί‐α

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

συμφωνία < (λόγιο) αρχαία ελληνική συμφωνία[1]
κοινή πεποίθηση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική accord

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμφωνία θηλυκό

  1. η κοινή απόφαση, γραπτή ή προφορική, μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, για να τηρήσουν ορισμένους κανόνες
  2. η κοινή πεποίθηση ή δράση ασχέτως υπάρξεως ή μη κάποιας απόφασης
  3. (φυσική) διατήρηση μεταξύ κυμάτων σταθερής διαφοράς φάσης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

συμφωνία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική symphonie < λατινική symphonia < αρχαία ελληνική συμφωνία[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμφωνία θηλυκό

  • (μουσική) μουσικό έργο μεγάλης έκτασης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία