Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κύμα κύματα
γενική κύματος κυμάτων
αιτιατική κύμα κύματα
κλητική κύμα κύματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύμα < αρχαία ελληνική κῦμα < πρωτοελληνική *kūmə < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewh₁- (φουσκώνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈci.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
κύματα που χτυπούν πάνω σε βράχια

κύμα ουδέτερο

  1. η μάζα νερού η οποία ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς, διαδοχικούς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας, μιας λίμνης κ.λπ. από την επίδραση δυνατού ανέμου ή άλλου παράγοντα
    έξι ιστιοπλόοι αγωνίστηκαν στα κύματα του Αιγαίου
  2. (συνεκδοχικά) στην ακρογιαλιά
    χτίζει σπίτι πάνω στο κύμα
  3. οτιδήποτε μοιάζει με το κύμα στη μορφή ή την κίνηση
    κύματα λάβας / άμμου / ανθρώπων / πιθανοτήτων
  4. (μεταφορικά) κάθε φαινόμενο ή τάση στη φύση ή την κοινωνία που εκδηλώνεται μαζικά και με ένταση
    κύματα ενθουσιασμού / βίας / ιδιωτικοποιήσεων / μετανάστευσης
  5. (φυσική) κινούμενη διαταραχή της ενεργειακής στάθμης ενός πεδίου

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μήκος κύματος :
  1. η σταθερή απόσταση ανάμεσα σε δύο κορυφές ή κοιλίες ενός κύματος
  2. η συχνότητα εκπομπής των ραδιοφωνικών σταθμών
  3. η ποιότητα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους
    βρισκόμαστε το ίδιο μήκος κύματος, παρά τις δυσκολίες
  • περνώ από σαράντα κύματα : αντιμετωπίζω πολλά εμπόδια, δυσκολεύομαι από μια χρονοβόρα και γεμάτη εμπόδια κατάσταση
  • Νέο Κύμα : ελληνικό μουσικό ρεύμα της δεκαετίας του 1960

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία