Arrows blue.png Δείτε επίσης: κύμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική κῦμα κύματε κύματα
Γενική κύματος κυμάτοιν κυμάτων
Δοτική κύματι κυμάτοιν κύμασι
Αιτιατική κῦμα κύματε κύματα
Κλητική κῦμα κύματε κύματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κῦμα < κύω + -μα (αυτό που "φουσκώνει")

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κῦμα ουδέτερο

  1. κύμα
    τὸν δ' ἄρα δεῦρ' ἄνεμός τε φέρων καὶ κῦμα πέλασσε (Όμηρος, Οδύσσεια ε)
  2. κύημα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883