Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τετρακυμία οι τετρακυμίες
      γενική της τετρακυμίας των τετρακυμιών
    αιτιατική την τετρακυμία τις τετρακυμίες
     κλητική τετρακυμία τετρακυμίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετρακυμία < τετρα- + κύμα + -ία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετρακυμία θηλυκό

  1. {επιτατικό}: πολύ μεγάλη τρικυμία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία