Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τρικυμία οι τρικυμίες
      γενική της τρικυμίας των τρικυμιών
    αιτιατική την τρικυμία τις τρικυμίες
     κλητική τρικυμία τρικυμίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρικυμία < αρχαία ελληνική τρικυμία < τρι- + -κυμία < κῦμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾi.ciˈmi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρι‐κυ‐μί‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρικυμία θηλυκό

  1. μεγάλη θαλασσοταραχή
     συνώνυμα: φουρτούνα
    η τρικυμία δεν επέτρεψε στα πλοία να αποπλεύσουν
  2. (μεταφορικά) μεγάλη αναστάτωση και σύγχυση
    τα τελευταία γεγονότα προκάλεσαν τρικυμία στους κλάδους των εργαζομένων
  3. (μεταφορικά) οι δυσκολίες, τα βάσανα
    αντιμετώπισε με θάρρος τις τρικυμίες της ζωής

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τρικυμία εν κρανίω : η σύγχυση του νου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία