Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύγχυση συγχύσεις
γενική σύγχυσης
& συγχύσεως
συγχύσεων
αιτιατική σύγχυση συγχύσεις
κλητική σύγχυση συγχύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύγχυση < αρχαία ελληνική σύγχυσις < συγχέω < σύν + χέω (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική confusion. 3. (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική turbamento)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsin.xi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύγχυση θηλυκό

  1. μπερδεμένη κατάσταση ή αντίληψη της κατάστασης, που προκύπτει από άγνοια, ασάφεια, αταξία κ.λπ.
    • οι οπλίτες χαμογελούσαν με αυτοπεποίθηση καθώς άρχιζε η μάχη και για να προκαλέσουν σύγχυση, όμως μέσα στη μάχη επικρατούσαν σκληρότεροι μορφασμοί, κυρίως όμως η τακτική και η αριθμητική υπεροχή
  2. (ψυχιατρική) (νομικός όρος) διαταραγμένη διανοητική, συνειδησιακή ή συναισθηματική κατάσταση, που συνεπάγεται ελαφρύτερο -ή και καθόλου- καταλογισμό ευθυνών
  3. ταραχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία