Δείτε επίσης: χύνω

Ετυμολογία

επεξεργασία

χέω

  1. χύνω, σκορπίζω, στρώνω στο δάπεδο, στη γη, απλή μορφή κυρίως σε επικά έργα και ποίηση, πιο συνηθισμένο στα σύνθετά του
    κρήνη κατ᾽ αἰγίλιπος πέτρης χέει ὕδωρ (Ιλιάδα)
    χοὴν χεῖσθαι νεκύεσσι
    δάκρυα θερμὰ χέοντες
    φονίας σταγόνας χυμένας ἐς πέδον (Αισχύλος)
    κεχυμένοι ὀφθαλμοί (δακρυσμένα μάτια)
    πάγου χυθέντος : όταν είχε "στρώσει" το χιόνι
  2. (μεταφορικά) σκορπίζομαι παντού, γεμίζει ο τόπος, έχω υπερβολική παρουσία-ποσότητα-ένταση
    χέοντο δούρατα, βέλεα (έπεφταν βροχή τα βέλη, τα ακόντια, χύνονταν σαν νερό)
    ἀμφὶ δέ οἱ θάνατος χύτο : παντού παραμόνευε ο θάνατος
    ἐχύθη οἱ θυμός
  3. με έντονη ροπή, τάση προς κάτι
    κεχυμένος ἐς τἀφροδίσια, πρὸς ἡδονήν

Άλλες μορφές

επεξεργασία
  • χέω και επικός τύπος χείω και αργότερα χύνω και χεύω, παρατ. ἔχεον μέλλοντας χέω (διακρινόταν από τον ενεστώτα από τα συμφραζόμενα) αοριστος ἔχεα και επικός τύπος ἔχευα, στην Ιλιάδα χεῦα μεταγενέστερα ἔχευσα παρακ. κέχυκα
  • Μέσος και παθ. ενεστ. χέομαι και χεύομαι, παρατ. ἐχεόμην, μέλλ. χέομαι και χυθήσομαι και αργότερα χεθήσομαι, αόριστος ἐχεάμην, επικός τύπος ἐχευάμην και χευάμην και ἐχύθην και αργότερα ἐχέθην, παρακ. κέχυμαι, υπερσ. ἐκεχύμην
  • χύννω και χύνω στην (ελληνιστική κοινή) παράλληλα με τους αρχαίους τύπους