Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγχέω < αρχαία ελληνική συγχέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

συγχέω

  1. δεν αντιλαμβάνομαι τη διαφορά, μπερδεύω, δεν διακρίνω διαφορά μεταξύ δύο πραγμάτων ή προσώπων που έχουν κάποιου είδους συνάφεια
    νομίζω ότι συγχέεις την κομματικοποιήση με την πολιτικοποίηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγχέω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

συγχέω

  1. ανακατεύω με άτακτο τρόπο
  2. καταστρέφω
  3. ματαιώνω
  4. (ειδικότερα) (για συμφωνία) παραβιάζω
  5. (ειδικότερα) (για πόλεμο) διεγείρω, προκαλώ