Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπερδεύω < μεσαιωνική ελληνική μπερδεύω < μπερδένω < από το αμαρτύρητο ἐν + περιδέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μπερδεύω, πρτ.: μπέρδευα, στ.μέλλ.: θα μπερδέψω, αόρ.: μπέρδεψα, παθ.φωνή: μπερδεύομαι, μτχ.π.π.: μπερδεμένος

  1. μπλέκω ένα αντικείμενο με ένα άλλο, τα κάνω να ενωθούν κατά τρόπο τυχαίο και ανεπιθύμητο
  2. ανακατεύω ή ανακινώ ή μπλέκω (διάφορα πράγματα) ώστε να πάνε σε τυχαίες θέσεις
    κάποιος είχε μπερδέψει τα χαρτιά και δεν μπορούσα να βρω άκρη
  3. συγχέω διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, καταλαβαίνω άλλο πράγμα αντί για αυτό που πρέπει
  4. προκαλώ σύγχυση σε κάποιον είτε σκόπιμα είτε κατα λάθος είτε από άγνοια

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μπερδεύω τα μπούτια μου

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία