Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπερδεύομαι < μπερδεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μπερδεύομαι

  1. με μπερδεύουν
  2. παθαίνω σύγχυση
    μπερδεύομαι όταν μου μιλάνε δύο άτομα ταυτόχρονα και δεν ξέρω τι να κάνω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία