Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρασύρω < αρχαία ελληνική παρασύρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ˈsi.ɾɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρασύρω και παρασέρνω, πρτ.: παρέσυρα, στ.μέλλ.: θα παρασύρω, αόρ.: παρέσυρα, παθ.φωνή: παρασύρομαι, μτχ.π.π.: παρασυρμένος

  1. με τη δική μου κίνηση αναγκάζω κάτι άλλο να κινηθεί μαζί μου (για ρεύμα νερού, αέρα, κινούμενη μάζα ανθρώπων κλπ)
    το δυνατό ρεύμα μάς παρέσυρε στα βαθιά
    ασυνείδητος οδηγός παρέσυρε (με το αυτοκίνητό του) και τραυμάτισε ελαφρά έναν περαστικό
  2. επηρεάζω κάποιον να κάνει κάτι, συνήθως προς αρνητική κατεύθυνση
    οι κακές παρέες τον παρασύρουν σε παραβατικές συμπεριφορές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

παρασύρω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παρασέρνω
  2. θα παρασύρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παρασέρνω