Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διεγείρω < αρχαία ελληνική διεγείρω < διά + ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική exciter)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ε.ˈʝi.ɾɔ/ και /ðʝε.ˈʝi.ɾɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

διεγείρω (παθητική φωνή: διεγείρομαι)

  1. προκαλώντας κάποιο ερέθισμα κάνω κάτι να ενεργοποιηθεί και ν’ αντιδράσει
  2. (μεταφορικά) συνεπαίρνω, ενθουσιάζω
  3. (ειδικότερα) με κάποιο τρόπο προκαλώ κάποιον σεξουαλικά και του γεννώ ή αυξάνω τη σεξουαλική επιθυμία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. διεγείρω διέγειρα θα διεγείρω να διεγείρω διεγείροντας
β' ενικ. διεγείρεις διέγειρες θα διεγείρεις να διεγείρεις διέγειρε
γ' ενικ. διεγείρει διέγειρε θα διεγείρει να διεγείρει
α' πληθ. διεγείρουμε διεγείραμε θα διεγείρουμε να διεγείρουμε
β' πληθ. διεγείρετε διεγείρατε θα διεγείρετε να διεγείρετε διεγείρετε
γ' πληθ. διεγείρουν(ε) διέγειραν
διεγείραν(ε)
θα διεγείρουν(ε) να διεγείρουν(ε)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία