Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σηκώνω < μεσαιωνική ελληνική σηκώνω < αρχαία ελληνική σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο)

  ΡήμαΕπεξεργασία

σηκώνω

  1. μετακινώ από κάτω προς τα πάνω, υψώνω, ανυψώνω
    οι στρατιώτες σήκωσαν τα χέρια ψηλά και παραδόθηκαν
    σήκωσε τους ώμους του αντί να απαντήσει και έφυγε
    σήκωσε από κάτω τη μπάλα και την έριξε στο καλάθι
    ο πρωταθλητής στην τελική του προσπάθεια σήκωσε 200 κιλά
  2. φέρω ένα φορτίο, επωμίζομαι
    τόσα χρόνια σηκώνει τα βάρη όλης της οικογένειας και δεν παραπονιέται
  3. (κατ’ επέκταση) αντέχω, ανέχομαι
    δεν τα σηκώνω εγώ αυτά τα τσαλιμάκια
    το τροφοδοτικό δεν σήκωνε τους πρόσθετους σκληρούς δίσκους και ο υπολογιστής δεν λειτουργούσε καλά
  4. παίρνω χρήματα ή αντικείμενα από κάπου
    Αναρωτιέται κανείς ποιες διεργασίες ψυχής ώθησαν τους κατοίκους του μικρού χωριού στο να σηκώσουν μια τέτοια μητρόπολη. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σηκώνω το τραπέζι: μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι μετά το φαγητό
  • σηκώνω (το) χέρι (σε κάποιον): χτυπάω ή απειλώ να χτυπήσω (κάποιον)
  • σηκώνω το χέρι: ζητάω το λόγο, ζητάω να μιλήσω
  • σηκώνω κεφάλι: σταματάω να υπακούω
  • δε σηκώνω κεφάλι: κάνω κάτι χωρίς περισπασμούς
  • (ανα)σηκώνω τους ώμους: για ένδειξη άγνοιας ή αδιαφορίας
  • σηκώνω λίγο ακόμα, -η: α. χωράω κι άλλο, β. μου ταιριάζει γευστικά-αρωματικά κτλ. κι άλλο / λίγο περισσότερο

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία