Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλέβω < αρχαία ελληνική κλέπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κλέβω

  1. αφαιρώ παράνομα ξένη περιουσία
  2. παίρνω ως άνδρας μία νεαρή γυναίκα μακριά από την οικογένειά της είτε συναινετικά είτε όχι (πχ. στην Κιργιζία η κακοκλεψία) με σκοπό να την παντρευτώ διότι αποτελεί έθιμο (όταν η γυναίκα δεν συναινεί ή είναι ανήλικη θεωρείται καταπάτηση των δικαιωμάτων της, κάποιες φορές όμως θεωρείται θετικό όταν η οικογένεια επιβάλλει γαμπρό• δηλαδή εξαρτάται το αν είναι δυτικώς ηθικό [η δυτική ηθική επικρατεί σταδιακά σχεδόν παντού] ανά έθνος και περίπτωση)
  3. αποσπώ πληροφορία που ο κάτοχός της δεν συναίνεσε ή δεν θέλει να δώσει/μοιραστεί
    Τον καλούσε συνέχεια, του φώναζε, τον αποκάλεσε θηλυπρεπή εάν δεν γυρίσει, μα αυτός δεν γύρισε ποτέ. Ήθελε να του κλέψει την μορφή, μα ήδη είχε χαθεί μέσα στον όχλο. Ήταν μεσημέρι όταν έγινε το έγκλημα. Σχετικά κοντά μάλιστα υπήρχαν αστυνομικοί που στόλιζαν το παζάρι.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία