Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας κύω κύομαι
Παρατατικός ἔκυον ἐκυόμην
Μέλλοντας κύσω κύσομαι
Αόριστος ἔκυσα ἐκυσάμην
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱewh₁- (διογκώνομαι, φουσκώνω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κύω (μεθομηρικός τύπος του κυέω)

  1. κυοφορώ, εγκυμονώ
    Λάβδα κύει, τέξει δ᾽ ὀλοοίτροχον (Ἡρόδοτος, 5, 92β)
    Η Λάβδα κυοφορεί και θα γεννήσει μια μυλόπετρα
  2. γονιμοποιώ
    ὄμβρος ἔκυσε γαῖαν
  3. (μέσο) γεννιέμαι
    τὰ κυόμενα παιδία ἀσθενῆ γίνεται (Ἀριστοτέλης, Προβλήματα, 860a21)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία