Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

concordance (en)

  1. η αρμονία
  2. η συμφωνία

---



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

concordance 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
concordance concordances

concordance (fr) θηλυκό

  1. η πανομοιότητα
  2. η σύμπτωση
    parfaite concordance de leurs vues - τέλεια σύμπτωση των απόψεών τους