Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύμπτωση < αρχαία ελληνική σύμπτωσις < σύν + πίπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύμπτωση θηλυκό

  1. η τυχαία, αναπάντεχη ταυτόχρονη εμφάνιση δύο γεγονότων
    τι σύμπτωση να σε βρω εδώ! Και πάνω που σε σκεφτόμουν
  2. σύμπτωση απόψεων: απόλυτη συμφωνία
  3. (πληροφορική) collision: συνώνυμο του σύγκρουση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία