Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συμπτωματικός συμπτωματική συμπτωματικό
γενική συμπτωματικού συμπτωματικής συμπτωματικού
αιτιατική συμπτωματικό συμπτωματική συμπτωματικό
κλητική συμπτωματικέ συμπτωματική συμπτωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμπτωματικοί συμπτωματικές συμπτωματικά
γενική συμπτωματικών συμπτωματικών συμπτωματικών
αιτιατική συμπτωματικούς συμπτωματικές συμπτωματικά
κλητική συμπτωματικοί συμπτωματικές συμπτωματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. συμπτωματικός < ελληνιστική κοινή συμπτωματικός < αρχαία ελληνική σύμπτωμα < συμπίπτω < σύν + πίπτω
  2. συμπτωματικός < γαλλική symptomatique < ελληνιστική κοινή συμπτωματικός (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική σύμπτωμα < συμπίπτω < σύν + πίπτω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /simptɔmatiˈkɔs/
συλλαβισμός: συ‐μπτω‐μα‐τι‐κός
παλαιός συλλαβισμός: συμ‐πτω‐μα‐τι‐κός

  Επίθετο 1Επεξεργασία

συμπτωματικός, -ή, -ό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Επίθετο 2Επεξεργασία

συμπτωματικός, -ή, -ό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία