Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντιδάνειο τα αντιδάνεια
      γενική του αντιδάνειου
αντιδανείου
των αντιδάνειων
αντιδανείων
    αιτιατική το αντιδάνειο τα αντιδάνεια
     κλητική αντιδάνειο αντιδάνεια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιδάνειο < αντι- + δάνειο ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Rückwanderer)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιδάνειο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία