Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρμονία οι αρμονίες
      γενική της αρμονίας των αρμονιών
    αιτιατική την αρμονία τις αρμονίες
     κλητική αρμονία αρμονίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρμονία < αρχαία ελληνική ἁρμονία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρμονία θηλυκό

  1. η συμμετρία που παρατηρείται στη σχέση (σχεδόν πάντα αφορά ελάχιστα κοινά πολλαπλάσια) κάποιων μεταξύ τους και με το όλον
    • το να "χωράει εφαρμοστά" κάτι μέσα σε κάτι άλλο καθώς μεταβάλλεται σύμφωνα με ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο ή την χρυσή τομή ή βάση αλγορίθμου ή συνάντησης
     αντώνυμα: δυσαρμονία
  2. (μουσική) το ταίριασμα των μουσικών φθόγγων (σχεδόν πάντα αφορά ελάχιστα κοινά πολλαπλάσια), ώστε να παράγεται ευχάριστο άκουσμα
     αντώνυμα: δυσαρμονία, παραφωνία
  3. ομόνοια, σύμπνοια
  4. ηρεμία, γαλήνη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία