Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμμετρία οι συμμετρίες
      γενική της συμμετρίας των συμμετριών
    αιτιατική τη συμμετρία τις συμμετρίες
     κλητική συμμετρία συμμετρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμμετρία < αρχαία ελληνική συμμετρία < σύμμετρος < σύν + μέτρον (σε κάποιες σημασίες: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική symétrie)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμμετρία θηλυκό

  1. (γεωμετρία) η πλήρης αντιστοιχία όλων των σημείων ενός σχήματος ή στερεού σε σχέση με κάποιον νοητό άξονα, σημείο ή επίπεδο αναφοράς
  2. η αρμονία που συνεπάγεται απ’ αυτή τη σχέση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία