Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντιστοιχία οι αντιστοιχίες
      γενική της αντιστοιχίας των αντιστοιχιών
    αιτιατική την αντιστοιχία τις αντιστοιχίες
     κλητική αντιστοιχία αντιστοιχίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιστοιχία < αντί + -στοιχία (< στοίχος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιστοιχία θηλυκό

  • σχέση ομοιότητας ανάμεσα σε δύο πράγματα όπου κάθε στοιχείο του ενός ταιριάζει με ένα στοιχείο του άλλου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία