Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντιστοιχία οι αντιστοιχίες
      γενική της αντιστοιχίας των αντιστοιχιών
    αιτιατική την αντιστοιχία τις αντιστοιχίες
     κλητική αντιστοιχία αντιστοιχίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιστοιχία < αντί + -στοιχία (< στοίχος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιστοιχία θηλυκό

  1. σχέση ομοιότητας ανάμεσα σε δύο πράγματα όπου κάθε στοιχείο του ενός ταιριάζει με ένα στοιχείο του άλλου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία