Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μετρό

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέτρο μέτρα
γενική μέτρου μέτρων
αιτιατική μέτρο μέτρα
κλητική μέτρο μέτρα
 
ένα μέτρο(7) δύο μέτρων(1)
 
πεντάμετρο μέτρο(8)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέτρο < αρχαία ελληνική μέτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέτρο ουδέτερο

  1. (φυσική) η βασική μονάδα του μήκους στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI: Système International d'Unités). Ορίζεται ως η απόσταση που διανύει το φως σε 1/299.792.458 του δευτερολέπτου
  2. ο αριθμός που εκφράζει την ποσότητα ενός φυσικού μεγέθους που μετρήσαμε ή υπολογίσαμε
    το μέτρο της ταχύτητας ισούται με ...
  3. (μουσική) το μέρος μιας μουσικής σύνθεσης που περιέχεται μεταξύ δύο διαστολών (κάθετων προς το πεντάγραμμο γραμμών)
  4. (μουσική) η αριθμητική έκφραση με τη μορφή κλάσματος που γράφεται στην αρχή ενός κομματιού και μας δίνει την συνολική αξία των φθογγοσήμων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών. Ο παρονομαστής μας δίνει τη βασική μονάδα του μέτρου (τέταρτα ή όγδοα) και ο αριθμητής τον αριθμό των τετάρτων ή ογδόων που περιέχονται μεταξύ δύο διαστολών
    το ζεϊμπέκικο ακολουθεί μέτρο 9/8
  5. ενέργεια ή εξαγγελία που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος
    η κυβέρνηση εξήγγειλε νέα μέτρα για την οικονομία
  6. η μέση κατάσταση μεταξύ έλλειψης και υπερβολής
    μέτρον άριστον
  7. το όργανο της μέτρησης μήκους που χρησιμοποιούν κυρίως οι ξυλουργοί και είναι σπαστό
  8. γενικά κάθε όργανο μέτρησης μήκους που μπορεί να μετρήσει από ένα μέτρο(1) και πάνω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία