Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μετριασμός οι μετριασμοί
      γενική του μετριασμού των μετριασμών
    αιτιατική τον μετριασμό τους μετριασμούς
     κλητική μετριασμέ μετριασμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετριασμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετριασμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία