Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tempering (en)

  1. μετριασμός
  2. (μουσική) συγκερασμός
     συνώνυμα: temperament (πιο συνηθισμένο)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

tempering (en)

  • γερούνδιο του ρήματος temper