Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

measure (en)

  1. η μέτρηση (η ενέργεια του μετράω)
  2. το μέτρο (μονάδα μέτρησης)
  3. τα μέτρα (τα διαστήματα ή το μέγεθος κάποιου πράγματος)
  4. οποιαδήποτε εργαλείο που χρησιμοποιείται για μέτρηση
  5. το μέτρο (η ενέργεια για την επίτευξη στόχου)
  6. (μουσική) το μέτρο (στο πεντάγραμμο, το διάστημα μεταξύ δύο διαστολών)
  7. (μαθηματικά) το μέτρο (συνάρτηση που αναθέτει σε κάθε σύνολο ενός χώρου έναν μη αρνητικό αριθμό και ικανοποιεί άλλες ιδιότητες ενός φυσικού μέτρου όπως το μήκος, ο όγκος κλπ.)

  ΡήμαΕπεξεργασία

measure (en)

  1. μετράω (διαπιστώνω το μήκος, το μέγεθος, την ποσότητα κάπου πράγματος)