Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νανόμετρο τα νανόμετρα
      γενική του νανομέτρου
& νανόμετρου
των νανομέτρων
& νανόμετρων
    αιτιατική το νανόμετρο τα νανόμετρα
     κλητική νανόμετρο νανόμετρα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νανόμετρο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική nanometre < αρχαία ελληνική νᾶνος + μέτρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νανόμετρο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία