Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύμβολο τα σύμβολα
      γενική του συμβόλου των συμβόλων
    αιτιατική το σύμβολο τα σύμβολα
     κλητική σύμβολο σύμβολα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύμβολο < αρχαία ελληνική σύμβολον < συμβάλλω, βάζω μαζί

Ιστορία της λέξης. Το σύμβολο χρησίμευε σαν σημείο αναγνώρισης. Η λέξη σήμαινε ένα αντικείμενο που είχε χωριστεί σε δύο μέρη από δύο ανθρώπους. Όταν αυτοί συναντιόντουσαν αργότερα, ο καθένας είχε επάνω του ένα μέρος του συμβόλου. Αρκούσε λοιπόν να μπουν τα δύο κομμάτια μαζί (συμβάλλω) για να ξαναγίνει το αρχικό αντικείμενο και, έτσι, να αναγνωριστούν οι δύο άνθρωποι και να κάνουν έναν αξέχαστο έρωτα.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsim.vɔ.lɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
το μαθηματικό σύμβολο για το άπειρο
 
το σύμβολο για τα άτομα με ειδικές ανάγκες

σύμβολο ουδέτερο

  1. σχήμα που παριστάνει κάποια έννοια, αντικείμενο, κλπ.
  2. (θρησκεία) σύμβολο της πίστεως : το πιστεύω, μικρό κείμενο που περιλαμβάνει τις βάσεις της πίστης στο Θεό
  3. (μεταγλώττιση) βλ. λεκτική μονάδα προγράμματος (αγγλικά: token)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

πληροφορική:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία