Δείτε επίσης: συμβολαιακός, συμβολιστικός, συμβουλευτικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συμβολικός συμβολική συμβολικό
γενική συμβολικού συμβολικής συμβολικού
αιτιατική συμβολικό συμβολική συμβολικό
κλητική συμβολικέ συμβολική συμβολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβολικοί συμβολικές συμβολικά
γενική συμβολικών συμβολικών συμβολικών
αιτιατική συμβολικούς συμβολικές συμβολικά
κλητική συμβολικοί συμβολικές συμβολικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβολικός < ελληνιστική κοινή συμβολικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική symbolique)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /simvɔliˈkɔs/
συλλαβισμός: συμ‐βο‐λι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συμβολικός, -ή, -ό

  1. που αποτελεί σύμβολο ή το χρησιμοποιεί
  2. που συμβολίζει, εκφράζει ή αποδεικνύει κάτι
  3. (ουσιαστικοποιημένο) συμβολική

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία