Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σύμβολον τὰ σύμβολ
      γενική τοῦ συμβόλου τῶν συμβόλων
      δοτική τῷ συμβόλ τοῖς συμβόλοις
    αιτιατική τὸ σύμβολον τὰ σύμβολ
     κλητική ! σύμβολον σύμβολ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  συμβόλω
γεν-δοτ τοῖν  συμβόλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύμβολον ουδέτερο

αρχαία ελληνική

(Για τους πρωτο-χριστιανούς) Αντικείμενο σπασμένο σε δυο κομμάτια, που χρησιμεύει σαν σημείο αναγνώρισης στους ανθρώπους που έχουν μαζί τους αυτά τα δυο κομμάτια, εφόσον μπορούν να τα βάλουν μαζί (συμβάλλω), ξαναφτιάχνοντας έτσι το πρώτο αντικείμενο.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία