Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αναπαραστατικός αναπαραστατική αναπαραστατικό
γενική αναπαραστατικού αναπαραστατικής αναπαραστατικού
αιτιατική αναπαραστατικό αναπαραστατική αναπαραστατικό
κλητική αναπαραστατικέ αναπαραστατική αναπαραστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπαραστατικοί αναπαραστατικές αναπαραστατικά
γενική αναπαραστατικών αναπαραστατικών αναπαραστατικών
αιτιατική αναπαραστατικούς αναπαραστατικές αναπαραστατικά
κλητική αναπαραστατικοί αναπαραστατικές αναπαραστατικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπαραστατικός < αναπαράσταση + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναπαραστατικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία