Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναπαράσταση οι αναπαραστάσεις
      γενική της αναπαράστασης
& αναπαραστάσεως
των αναπαραστάσεων
    αιτιατική την αναπαράσταση τις αναπαραστάσεις
     κλητική αναπαράσταση αναπαραστάσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπαράσταση < ἀναπαράστασις στην καθαρεύουσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναπαράσταση θηλυκό

  1. το ζωντάνεμα ενός σκηνικού, μιας σκηνής από το παρελθόν (με έμψυχα ή άψυχα στοιχεία) σε τρισδιάστατη απόδοση, σε πλαστική απεικόνιση
    αναπαράσταση των ανακτόρων της Κνωσσού σε μακέτα
    αναπαράσταση τής Αγίας Σοφίας προτού καταστραφεί
  2. η κατά εικασίες επανάληψη μιας εγκληματικής πράξης για να διερευνηθούν ακριβέστερα οι συνθήκες τέλεσης, να διευκολυνθεί η αναζήτηση του δράστη ή και να αποκλεισθεί η ομολογία ενός ατόμου που παραδόθηκε ως δράστης χωρίς να έχει διαπράξει αυτός το έγκλημα
    αναπαράσταση εγκλήματος
  3. η εικαστική απεικόνιση γεγονότος από το παρελθόν ή προσώπου
    οι μουσουλμάνοι δεν δέχονται τις αναπαραστάσεις αγίων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία