Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβολίζω < σύμβολο + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική symboliser)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sim.vɔ.ˈli.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμβολίζω (παθητική φωνή: συμβολίζομαι)

  1. εκφράζω με ένα σύμβολο
  2. είμαι το σύμβολο μιας ιδέας

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία