Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβόλαιον < αρχαία ελληνική συμβόλαιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμβόλαιον ουδέτερο



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμβόλαιον < συμβόλαιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμβόλαιον ουδέτερο

  1. σύμβολο, γνώρισμα
  2. ενδεικτικό σύμπτωμα
  3. προφορική αναγνώριση οφειλής
  4. έγγραφη αναγνώριση οφειλής
  5. δάνειο
  6. δοσοληψία, εμπορική συναλλαγή
  7. κοινωνικό ή πολιτικό δικαίωμα ή υποχρέωση