Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναγνώριση οι αναγνωρίσεις
      γενική της αναγνώρισης
αναγνωρίσεως*
των αναγνωρίσεων
    αιτιατική την αναγνώριση τις αναγνωρίσεις
     κλητική αναγνώριση αναγνωρίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναγνώριση < αρχαία ελληνική ἀναγνώρισις < ἀναγνωρίζω < ἀνά + γνωρίζω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃- ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική reconnaisance)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναγνώριση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναγνωρίζω
     συνώνυμα: αποδοχή, επιβεβαίωση, ομολογία, παραδοχή
  2. (θέατρο) η φανέρωση ή αποκάλυψη της ταυτότητας και της σχέσης που συνδέει δύο πρόσωπα, άγνωστα μεταξύ τους μέχρι τη στιγμή εκείνη
  3. (στρατιωτικός όρος) η εξερεύνηση μιας περιοχής και η συλλογή πληροφοριών
     συνώνυμα: κατόπτευση
  4. (λογιστική) η διαδικασία ενσωμάτωσης ενός στοιχείου στο λογιστικό σύστημα υπό την προϋπόθεση ότι έχει πιθανή μελλοντική οικονομική ωφέλεια και μετρήσιμη χρηματική αξία (επιμέτρηση)
    δεν μπορεί να γίνει αναγνώριση στην καλή φήμη μια εταιρίας, γιατί δεν μπορεί να υπολογιστεί αντικειμενικά η αξία της ώστε να καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία