Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναγνώριση οι αναγνωρίσεις
      γενική της αναγνώρισης
& αναγνωρίσεως
των αναγνωρίσεων
    αιτιατική την αναγνώριση τις αναγνωρίσεις
     κλητική αναγνώριση αναγνωρίσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναγνώριση < αρχαία ελληνική ἀναγνώρισις < ἀναγνωρίζω < ἀνά + γνωρίζω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵneh₃- ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική reconnaisance)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναγνώριση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναγνωρίζω
     συνώνυμα: αποδοχή, επιβεβαίωση, ομολογία, παραδοχή
  2. (θέατρο) η φανέρωση ή αποκάλυψη της ταυτότητας και της σχέσης που συνδέει δύο πρόσωπα, άγνωστα μεταξύ τους μέχρι τη στιγμή εκείνη
  3. (στρατιωτικός όρος) η εξερεύνηση μιας περιοχής και η συλλογή πληροφοριών
     συνώνυμα: κατόπτευση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία